Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Κάνει κρύο σήμερα...


«Ξεκουνούσαν οι πέτρες, άνθρωποι ανηφόριζαν τον εγκρεμό, ένα μαύρο σκυλί με κόκκινες βούλες φάνηκε, ξεγλωσσισμένο. Γέμισε το φαράγγι κυπαρίσσια και βάγια, σαν κοιμητήρι· και μια φωνή ακούστηκε γαληνή, ευχαριστημένη:
-Καλώς όρισες!
Στράφηκε γύρα η Μαγδαληνή:

-Ποιός μίλησε; Ποιός με καλωσορίζει;
-Εγώ.
-Ο Θεός! Σκεπάζω τα μαλλιά μου, κρύβω το στήθος μου, γύρνα πέρα το πρόσωπο σου, μή δεις τη γύμνια μου, Κύριε· ντρέπουμαι. Γιατί μ'έφερες στην άγρια ετούτη ερημιά; Πού βρίσκουμαι; δε βλέπω παρά κυπαρίσσια και βάγια.
-Ότι χρειάζεται· ο θάνατος και η αθανασία. Σ'έφερα, Μεγαλομάρτυσσα, εκεί που ήθελα· ετοιμάσου να πεθάνεις, Μαγδαληνή, να γίνεις αθάνατη.
-Δέ θέλω να πεθάνω, δέ θέλω να γίνω αθάνατη· να ζήσω ακόμα θέλω απάνω στης γής, κι ύστερα κάμε με στάχτη.
-Ένα καραβάνι φορτωμένο μπαχαρικά κι αρώματα ο θάνατος, μή φοβάσαι· ανέβα στη μaύρη καμήλα κι έμπα στην έρημο τ'ουρανού, Μαγδαληνή μου.
-Ω, ποιοί'ναι οι φρενιασμένοι ετούτοι στρατοκόποι πού ξεπρόβαλαν πίσω από τα κυπαρίσσια;
-Μή φοβάσαι, Μαγδαληνή, είναι οι αγωγιάτες μου· βάλε αντήλιο την απαλάμη· δέ βλέπεις τη μαύρη καμήλα που τραβούν, με το βελούδινο κοκκινο σαμάρι, να καβαλήσεις; Μή φέρεις αντίσταση.
-Κύριε, δέ φοβούμαι το θάνατο, μά με παίρνει το παράπονο, πρώτη φορά που αξιώθηκαν να'χουν το ίδιο στόμα η σάρκα κι η ψυχή μου, πρώτη φορά που φιλήθηκαν μαζί κι οι δυό-και να πεθάνω!
-Καλή η στιγμή ετούτη να πεθάνεις, Μαγδαληνή, καλύτερη δέ θα βρείς, μήν αντιστέκεσαι. -Ώ, τι'ναι οι φωνές, οι φοβέρες και τα χάχανα που ακούω; Κύριε, μή με παρατάς· Θα με σκοτώσουν!
Κι ακούστηκε από πολύ μακριά τώρα, γαληνή πάντα κι ευχαριστημένη, η φωνή:
-Έφτασες, Μαγδαληνή, στην πιο αψηλή χαρά της ζωής σου· παραπάνω δεν μπορείς· καλός ο θάνατος. Καλήν αντάμωση, Πρωτομάρτυσσα!
Χάθηκε η φωνή, κι από ένα απογύρισμα του φαραγγιού φάνηκε η τσούρμα- φρενιαμένοι λευϊτες και αιματολάφτες δούλοι του Καϊάφα, με μαχαίρια και μπαλτάδες. Είδαν τη Μαγδαληνή, χίμηξαν απάνω της μπαλτάδες, σκυλιά κι άνθρωποι.
-Μαρία Μαγδαληνή, πόρνη! ούρλιαζαν και χαχάριζαν.
Ένα σύννεφο μαύρο σκέπασε τον ήλιο, ο κόσμος θάμπωσε.
-Δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εγώ! φώναζε η δύστυχη· ήμουν, δεν είμαι, σήμερα γεννήθηκα!
-Μαρία Μαγδαληνή, πόρνη!...» 

«Ο τελευταίος πειρασμός» 
Νίκος Καζαντζάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

they will never take our freedom

Loading...