Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Φωνές ανελεύθερες!

          
          « Είχα διαβάσει κάποτε ότι στη φυλακή τελικά χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Όμως αυτό δεν είχε και τόση σημασία για μένα. Δεν είχα διαπιστώσει πόσο οι μέρες μπορούσαν να'ναι μεγάλες και συνάμα μικρές. Μεγάλες για να τις ζεις, σίγουρα, όμως τόσο παρατραβηγμένες που στο τέλος δεν ξέρεις που τελειώνει η μια και που αρχίζει η άλλη. Στη φυλακή, έχαναν τ'όνομα τους. Οι λέξεις «χθες» ή «αύριο» ήταν οι μοναδικές που εξακολουθούσαν να έχουν κάποιο νόημα για μένα. 

          Όταν μια μέρα ο φύλακας μου είπε ότι ήμουν μέσα πέντε μήνες, το πίστεψα μα δεν το συνειδητοποίησα. Για μένα, η ίδια μέρα κυλούσε μες στο κελί μου αδιάκοπα, κι έκανα συνεχώς την ίδια δουλειά. Έτσι, μόλις έφυγε ο φύλακας, κοιτάχτηκα στη σιδερένια καραβάνα μου. Μου φάνηκε ότι το είδωλο μου έμενε σοβαρό ακόμα κι όταν προσπαθούσα να του χαμογελάσω. Κούνησα την καραβάνα πέρα δώθε μπροστά στο πρόσωπο μου. Χαμογέλασα, κι εκείνο εξακολουθούσε να έχει το ίδιο σοβαρό και θλιμμένο ύφος.

          Η μέρα ξεψυχούσε και ήταν η ώρα που γι'αυτή δε θέλω να μιλώ, η ώρα δίχως όνομα, όπου οι βραδινοί θόρυβοι ανέβαιναν απ'όλα τα πατώματα της φυλακής με συνοδεία σιωπής. Πλησίασα στο φεγγίτη, κι εκεί, στο στερνό φως της μέρας, περιεργάστηκα γι'άλλη μια φορά το είδωλο μου. Συνέχιζε να είναι σοβαρό, κι άλλωστε τι το περίεργο, αφού εκείνη τη στιγμή ήμουν κι εγώ σοβαρός;

           Ταυτόχρονα όμως, και για πρώτη φορά μετά από μήνες, άκουσα ευδιάκριτα τον ήχο της φωνής μου. Την αναγνώρισα γιατί ήταν η ίδια που αντηχούσε εδώ και πολλές κιόλας μέρες στ'αυτιά μου και συνειδητοποίησα ότι όλον αυτό τον καιρό μονολογούσα. Θυμήθηκα τότε τι έλεγε η νοσοκόμα στην κηδεία της μαμάς. Όχι, δεν υπήρχε διέξοδος, και κανένας δεν μπορεί να διανοηθεί τι σημαίνει το βράδυ στη φυλακή...»( Αλμπερ Καμύ, ο Ξένος).

          «Μερικές φορές άρχισα να μισώ μερικούς ανθρώπους που υπέφεραν κι αυτοί όπως κι εγώ. Τους ζήλευα μάλιστα και κατηγορούσα τη μοίρα μου. Τους ζήλευα γιατί, όπως και να'ναι, βρίσκονταν μέσα στο δικό τους περιβάλλον, ανάμεσα στους φίλους τους, καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον, αν κι όλοι τους, όπως κι εγώ, είχαν βαρεθεί κι είχαν σιχαθεί τούτη τη συντροφιά, αυτό το καταναγκαστικό αρτέλι, κι ο καθένας τους φρόντιζε όσο μπορούσε ν'απομονωθεί. 

          Το επαναλαμβάνω και πάλι πως αυτή η ζήλεια, που μου'ρχόταν στις στιγμές του μίσους, είχε τη δικαιολογία της. Γιατί πραγματικά έχουν εντελώς άδικο κείνοι που λένε πως για τον ευγενή, το μορφωμένο κ.τ.λ. είναι το ίδιο δύσκολο να ζήσει στα κάτεργα μας όσο και στον τελευταίο μουζίκο. Ξέρω πως έτσι σκέφτονται μερικοί· άκουσα τούτη τη γνώμη και τώρα τελευταία τη διάβασα κιόλας. Παραδέχομαι πως στη βάση της τούτη η ιδέα είναι ανθρωπιστική. Όλοι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Μα είναι ιδέα πολύ αφηρημένη. Έχουν παραβλεφθεί πολλά πρακτικά ζητήματα, που δεν μπορεί να τα καταλάβει κανείς παρά μόνο στην πράξη. Δεν τα λέω αυτά γιατί τάχα ο ευγενής κι ο μορφωμένος νιώθει πιο μεγάλο πόνο, γιατί είναι πιο ανεπτυγμένος. Την ψυχή και την ανάπτυξη είναι δύσκολο να την κατατάξει κανείς σε κάποιο κανόνα. Ακόμα και η μόρφωση δεν είναι κριτήριο σε αυτή την περίπτωση. Εγώ πρώτος είμαι έτοιμος να βεβαιώσω πως και στο πιο αμόρφωτο, στο πιο καταπιεσμένο περιβάλλον, ανάμεσα σ'αυτούς τους βασανισμένους, διέκρινα σημάδια μιας πολύ λεπτής ψυχικής ανάπτυξης

        Στο κάτεργο συνέβαινε και τόυτο καμιά φορά: ήξερες έναν άνθρωπο χρόνια ολόκληρα και νόμιζες πως δεν είναι παρά ένα θεριό και τον περιφρονούσες. Και ξαφνικά έρχεται κάποια στιγμή που η ψυχή του ξανοίγει άθελα του μπροστά σου και βλέπεις μέσα της τόσο καλοσύνη, τόσο αίσθημα, τόσον πλούτο, τόση φωτεινή κατανόηση και του δικού του και του ξένου μαρτυρίου, που νομίζεις πως μόλις τότε πρωτάνοιξαν τα μάτια σου και την πρώτη στιγμή δεν πιστεύεις σ'αυτό που είδες και άκουσες. Συμβαίνει και το ενάντιο, η μόρφωση να συνταιριάζεται με μια τέτοια βαρβαρότητα, μ'έναν τέτοιο κυνισμό, που σε πιάνει αηδία κι όσο καλός κι αν είσαι, όσο και να'σαι πρόθυμος να παραβλέψεις το κακό, δεν αισθάνεσαι τη διάθεση να συγχωρέσεις ούτε να δικαιολογήσεις κανέναν απ'αυτούς» (Ντοστογιέβσκη, Αναμνήσεις απ'το σπίτι των πεθαμένων).

          Η παρούσα δημοσίευση αφιερώνεται σε όλες τις ανελεύθερες φωνές και στο πυθμένα των συνειδήσεων τους. Αφιερώνεται όμως και στους «έξω» , που αισθάνονται «ελεύθεροι», αγνοώντας τη δουλεία και τη σκλαβιά! 

             Σίγουρα όμως δεν αφιερώνεται σε ηθικούς γυρολόγους, σε «καθαρούς», που κάθε τι το «ακάθαρτο» τους απομακρύνει από τη φιλοσοφία της αλήθειας. Μιας αλήθειας με οντολογική πραγματικότητα που πλησιάζει στη Βασιλεία των Ουρανών διαμέσου πολλών θλίψεων και δοκιμασιών. Άνθρωποι αμαρτωλοί, καταδικασμένοι, ζουν στο περιθώριο και διαλέγονται με τον εαυτό τους. Παρατηρούν τις λεπτομέρειες, τις γωνίες, τις ημέρες που κυλούν αργά και βασανιστικά, αξιοποιώντας (;) το κάθε δευτερόλεπτο «δημιουργικά» και προσφέρουν γνώση...Και μάλιστα βιωματική. Πρόσωπα «ψημένα» που δεν έχουν να φοβηθούν, ή, να χάσουν τίποτα απ'τη ζωή τους. Άλλωστε η ζαριά γι'αυτούς δεν είχε το αποτέλεσμα που επιθυμούσαν. 

           
          Θα μπορούσε ένας ευγενής να αφουγκραστεί τη φωνή που έρχεται από έναν κόσμο διαμετρικά αντίθετα από τον δικό του καθημερινό βίο; Κι αν η απάντηση είναι καταφατική, θα μπορούσε να αξιολογηθεί θετικά; Υφίσταται μήνυμα απολυτρωτικό μέσα από ζωές φυλακισμένες και ανελεύθερες; Και τελικά, ποιος πραγματικά είναι ελεύθερος και ποιος φυλακισμένος; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

they will never take our freedom

Loading...